- τεσσαρακοντάκις
- τεσσαρακοντάκις, adv., vierzigmal
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
τεσσαρακοντάκις — ΝΑ (λόγιος τ.) επίρρ. σαράντα φορές. [ΕΤΥΜΟΛ. < τεσσαράκοντα + επιρρμ. κατάλ. (α)κις (πρβλ. πεντ άκις)] … Dictionary of Greek
ισημερινός — Ο ιδεατός κύκλος που σχηματίζεται στην επιφάνεια της Γης, αν κόψουμε τη γήινη σφαίρα με ένα επίπεδο το οποίο διέρχεται από το κέντρο της και είναι κάθετο στον άξονα περιστροφής της. Η γωνία την οποία σχηματίζει η ακτίνα της Γης που διέρχεται από… … Dictionary of Greek